Μια εξαιρετικά αποκαλυπτική παρέμβαση από το εσωτερικό του αμερικανικού τεχνολογικού και πολιτικού κατεστημένου έρχεται να αμφισβητήσει τη στρατηγική του Donald Trump στον πόλεμο με το Ιράν
Η διαρροή μυστικής ομιλίας του δισεκατομμυριούχου Peter Thiel αποκαλύπτει βαθιές αμφιβολίες για την αμερικανική στρατηγική απέναντι στο Ιράν.
Ο συνιδρυτής της Palantir φοβάται ότι οι ΗΠΑ χάνουν όχι μόνο τη στρατιωτική τους ισχύ, αλλά και τη διεθνή επιρροή τους.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία του βρίσκεται στην καρδιά της πολεμικής μηχανής του Πενταγώνου, εξασφαλίζοντας τεράστια συμβόλαια για συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούνται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η ομολογία που προκαλεί σεισμό στη Silicon Valley και την Ουάσιγκτον
Μια εξαιρετικά αποκαλυπτική παρέμβαση από το εσωτερικό του αμερικανικού τεχνολογικού και πολιτικού κατεστημένου έρχεται να αμφισβητήσει τη στρατηγική του Donald Trump στον πόλεμο με το Ιράν.
Ο Peter Thiel, δισεκατομμυριούχος επενδυτής, συνιδρυτής της Palantir και ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες της αμερικανικής τεχνολογικής ελίτ, παραδέχθηκε σε ιδιωτική εκδήλωση ότι οι ΗΠΑ δεν έπρεπε να έχουν ξεκινήσει τον πόλεμο.
Σύμφωνα με ηχητικό ντοκουμέντο που απέκτησε το Politico από ομιλία του στις 12 Οκτωβρίου, ο Thiel εμφανίστηκε ιδιαίτερα απαισιόδοξος για τις συνέπειες της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης.
«Είμαι επιφυλακτικός απέναντι στον πόλεμο. Πιστεύω ότι δεν έπρεπε να τον κάνουμε. Έγιναν πολλά λάθη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η αμφισβήτησή του για τις πραγματικές δυνατότητες της αμερικανικής υπερδύναμης.
«Ίσως δεν διαθέτουμε τη στρατιωτική ισχύ. Ίσως χάσουμε τον πόλεμο της ήπιας ισχύος», προειδοποίησε.
Τα λόγια αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν προέρχονται από έναν παραδοσιακό επικριτή του αμερικανικού στρατιωτικού κατεστημένου, αλλά από έναν άνθρωπο που βρίσκεται εξαιρετικά κοντά στα κέντρα πολιτικής, οικονομικής και τεχνολογικής εξουσίας των ΗΠΑ.
Και κυρίως, από έναν επιχειρηματία του οποίου η εταιρεία έχει αναδειχθεί σε στρατηγικό συνεργάτη του αμερικανικού στρατού.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση.
Ο Peter Thiel αμφισβητεί πλέον ανοιχτά τη σκοπιμότητα του πολέμου, ενώ η Palantir, την οποία συνίδρυσε, έχει αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον ψηφιακό μετασχηματισμό των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Τον Μάρτιο του 2026, ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας Steve Feinberg έδωσε εντολή για την καθιέρωση του συστήματος Maven Smart System ως βασικής επιχειρησιακής πλατφόρμας του Πενταγώνου.
Η συγκεκριμένη τεχνολογία αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για να επεξεργάζεται τεράστιους όγκους πληροφοριών από δορυφόρους, drones, ραντάρ, αισθητήρες και στρατιωτικές αναφορές.
Στόχος είναι η ταχύτερη αναγνώριση απειλών, η επιλογή στόχων και η υποστήριξη επιχειρησιακών αποφάσεων.
Το Maven δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογική εφαρμογή.
Αντιπροσωπεύει μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του σύγχρονου πολέμου, όπου τα δεδομένα και οι αλγόριθμοι αποκτούν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Για την Palantir, η στρατηγική αυτή μεταφράζεται σε μακροχρόνιες συμβάσεις και ισχυρότερη παρουσία στο Πεντάγωνο.
Για την αμερικανική κοινωνία, ωστόσο, εγείρει ένα δύσκολο ερώτημα: Πώς μπορεί η τεχνολογική βιομηχανία να αποτελεί οικονομικό ωφελούμενο της στρατιωτικής κλιμάκωσης, την ώρα που ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αναγνωρίζει ότι ο ίδιος ο πόλεμος ήταν λάθος;

Η τραγωδία στο Minab και η σκοτεινή πλευρά του πολέμου των αλγορίθμων
Η συζήτηση για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη όταν συνδέεται με τις ανθρώπινες συνέπειες των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, ένα καταστροφικό πλήγμα σε σχολείο θηλέων στην ιρανική πόλη Minab προκάλεσε τον θάνατο περισσότερων από 160 ανθρώπων, σύμφωνα με τις αρχικές αναφορές, πολλοί από τους οποίους ήταν παιδιά.
Οπτικά στοιχεία και μεταγενέστερες δημοσιογραφικές έρευνες ενίσχυσαν την εκτίμηση ότι το πλήγμα προήλθε από αμερικανικό όπλο.
Η τραγωδία προκάλεσε σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο συλλογής πληροφοριών, την ταυτοποίηση στρατιωτικών στόχων και τις διαδικασίες που προηγούνται μιας επίθεσης.
Η χρήση του Maven από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις κατέστησε αναπόφευκτη τη δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο τα αυτοματοποιημένα συστήματα μπορούν να συμβάλουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις.
Αναδεικνύει το κρίσιμο ζήτημα της λογοδοσίας όταν η τεχνητή νοημοσύνη συμμετέχει στην αλυσίδα των αποφάσεων που μπορούν να οδηγήσουν στην απώλεια ανθρώπινων ζωών.
Ένας αλγόριθμος μπορεί να επιταχύνει την αναγνώριση ενός στόχου.
Δεν μπορεί, όμως, να απαλλάξει εκείνους που αποφασίζουν και εκτελούν ένα πλήγμα από την ευθύνη για τις συνέπειές του.

Ο Thiel φοβάται ότι η Αμερική χάνει την παγκόσμια κυριαρχία της
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο της παρέμβασης του Peter Thiel δεν είναι μόνο ότι θεωρεί λανθασμένη την απόφαση για πόλεμο.
Είναι η αμφιβολία που εκφράζει για την ικανότητα των ΗΠΑ να μετατρέψουν τη στρατιωτική τους υπεροχή σε πραγματική γεωπολιτική νίκη.
Η διάκριση ανάμεσα στη λεγόμενη hard power, δηλαδή τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ, και στη soft power, δηλαδή τη διπλωματική επιρροή και τη διεθνή νομιμοποίηση, βρίσκεται στον πυρήνα της ανησυχίας του.
Οι ΗΠΑ μπορούν να διαθέτουν αεροπλανοφόρα, προηγμένα μαχητικά και τα ισχυρότερα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης στον κόσμο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούν να επιβάλουν τους πολιτικούς τους στόχους.
Η καταστροφή ιρανικών εγκαταστάσεων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με στρατηγική ήττα της Τεχεράνης.
Αντίθετα, μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία, να αποδυναμώσει τη διεθνή εικόνα της Ουάσιγκτον και να ενισχύσει τις δυνάμεις που αμφισβητούν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Η σκιά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου
Στην ίδια ιδιωτική ομιλία, ο Thiel φέρεται να διατύπωσε μια ακόμη πιο ασυνήθιστη εκτίμηση: ότι η απειλή ενδεχόμενων διώξεων από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) θα μπορούσε να επηρεάζει τους πολιτικούς υπολογισμούς γύρω από τον πόλεμο.
Αναφέρθηκε μάλιστα στην οικογένεια Cheney, διατυπώνοντας τη δική του ερμηνεία για την αντιπαράθεσή της με τον Trump.
Πρόκειται για προσωπικούς ισχυρισμούς του Thiel, χωρίς στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υφίσταται συγκεκριμένη απειλή εντάλματος εναντίον της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η αναφορά του, πάντως, καταδεικνύει ότι ακόμη και πρόσωπα του στενού συντηρητικού περιβάλλοντος του Trump προβληματίζονται για τις διεθνείς νομικές συνέπειες του πολέμου.
Η πολιτική αντίφαση: Στηρίζει τον Trump, απορρίπτει τον πόλεμό του
Παρά την έντονη κριτική του, ο Thiel ξεκαθάρισε ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει τον Donald Trump και επιθυμεί να τον προστατεύσει πολιτικά.
Η στάση του δεν συνιστά ολοκληρωτική ρήξη με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Αποτελεί, όμως, σαφή διαφοροποίηση από μια κεντρική επιλογή της κυβέρνησής του.
Ο Thiel υπήρξε από τους πρώτους ισχυρούς παράγοντες της Silicon Valley που στήριξαν τον Trump το 2016, ενώ το 2022 χρηματοδότησε με περίπου 15 εκατομμύρια δολάρια την εκστρατεία του σημερινού αντιπροέδρου JD Vance για τη Γερουσία.
Παράλληλα, ο συνιδρυτής της Palantir Joe Lonsdale είχε εκφράσει παλαιότερα την προσδοκία επενδυτικών ευκαιριών στο Ιράν έπειτα από πιθανή αλλαγή καθεστώτος, ενώ ο επικεφαλής της εταιρείας Alex Karp έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ του Ισραήλ.
Αυτές οι τοποθετήσεις αποκαλύπτουν πόσο στενά συνδέονται οι επιχειρηματικές προσδοκίες, οι στρατιωτικές τεχνολογίες και οι γεωπολιτικές επιλογές.
Δεν αποδεικνύουν ότι οι επιχειρηματίες αυτοί καθόρισαν την απόφαση για πόλεμο.
Καθιστούν, όμως, αναγκαία τη διερεύνηση των οικονομικών συμφερόντων που διαμορφώνονται γύρω από τη σύγκρουση.

Ο μεγάλος κερδισμένος μπορεί να μην είναι η Αμερική, αλλά η πολεμική βιομηχανία
Η υπόθεση Thiel αναδεικνύει μια θεμελιώδη αντίφαση του σύγχρονου αμερικανικού συστήματος εξουσίας.
Από τη μία πλευρά, ο πόλεμος παρουσιάζεται ως μέσο προστασίας της εθνικής ασφάλειας και διατήρησης της διεθνούς ισχύος των ΗΠΑ.
Από την άλλη, η μακροχρόνια στρατιωτική αντιπαράθεση δημιουργεί μια τεράστια αγορά για προηγμένα οπλικά συστήματα, αλγορίθμους παρακολούθησης, επεξεργασία στρατιωτικών πληροφοριών και αυτοματοποιημένες τεχνολογίες.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν μια εταιρεία δικαιούται να συνεργάζεται με το Πεντάγωνο.
Είναι κατά πόσο η ολοένα στενότερη σύνδεση του κράτους με τους τεχνολογικούς προμηθευτές του δημιουργεί οικονομικά κίνητρα που δεν συμπίπτουν απαραίτητα με την επιδίωξη μιας διπλωματικής λύσης.
Ο Peter Thiel παραδέχεται ότι ο πόλεμος δεν έπρεπε να έχει ξεκινήσει.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία που συνίδρυσε αποτελεί έναν από τους βασικούς τεχνολογικούς πυλώνες της αμερικανικής πολεμικής μηχανής.
Αυτή είναι η πραγματική σημασία της αποκάλυψης.
Η τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ταχύτητα, ακρίβεια και καταστροφική ισχύ.
Δεν μπορεί, όμως, να εγγυηθεί πολιτική νίκη, ούτε να εξαλείψει τις ανθρώπινες συνέπειες των στρατιωτικών αποφάσεων.
Και όσο περισσότερο ο πόλεμος μετατρέπεται σε πεδίο εφαρμογής κερδοφόρων τεχνολογιών, τόσο επιτακτικότερο γίνεται το ερώτημα ποιος λογοδοτεί για τις αποφάσεις και ποιος επωφελείται οικονομικά από τη συνέχισή του.
Το συμπέρασμα είναι ανησυχητικό: η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι μπορεί να διαθέτει την πιο προηγμένη πολεμική τεχνολογία στον πλανήτη, αλλά να μην έχει τη στρατηγική που απαιτείται για να κερδίσει τον πόλεμο.
Και το γεγονός ότι αυτή η προειδοποίηση προέρχεται από τον ίδιο τον Peter Thiel προσδίδει στην υπόθεση ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
www.bankingnews.gr
Ο συνιδρυτής της Palantir φοβάται ότι οι ΗΠΑ χάνουν όχι μόνο τη στρατιωτική τους ισχύ, αλλά και τη διεθνή επιρροή τους.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία του βρίσκεται στην καρδιά της πολεμικής μηχανής του Πενταγώνου, εξασφαλίζοντας τεράστια συμβόλαια για συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούνται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η ομολογία που προκαλεί σεισμό στη Silicon Valley και την Ουάσιγκτον
Μια εξαιρετικά αποκαλυπτική παρέμβαση από το εσωτερικό του αμερικανικού τεχνολογικού και πολιτικού κατεστημένου έρχεται να αμφισβητήσει τη στρατηγική του Donald Trump στον πόλεμο με το Ιράν.
Ο Peter Thiel, δισεκατομμυριούχος επενδυτής, συνιδρυτής της Palantir και ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες της αμερικανικής τεχνολογικής ελίτ, παραδέχθηκε σε ιδιωτική εκδήλωση ότι οι ΗΠΑ δεν έπρεπε να έχουν ξεκινήσει τον πόλεμο.
Σύμφωνα με ηχητικό ντοκουμέντο που απέκτησε το Politico από ομιλία του στις 12 Οκτωβρίου, ο Thiel εμφανίστηκε ιδιαίτερα απαισιόδοξος για τις συνέπειες της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης.
«Είμαι επιφυλακτικός απέναντι στον πόλεμο. Πιστεύω ότι δεν έπρεπε να τον κάνουμε. Έγιναν πολλά λάθη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η αμφισβήτησή του για τις πραγματικές δυνατότητες της αμερικανικής υπερδύναμης.
«Ίσως δεν διαθέτουμε τη στρατιωτική ισχύ. Ίσως χάσουμε τον πόλεμο της ήπιας ισχύος», προειδοποίησε.
Τα λόγια αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν προέρχονται από έναν παραδοσιακό επικριτή του αμερικανικού στρατιωτικού κατεστημένου, αλλά από έναν άνθρωπο που βρίσκεται εξαιρετικά κοντά στα κέντρα πολιτικής, οικονομικής και τεχνολογικής εξουσίας των ΗΠΑ.
Και κυρίως, από έναν επιχειρηματία του οποίου η εταιρεία έχει αναδειχθεί σε στρατηγικό συνεργάτη του αμερικανικού στρατού.
Το παράδοξο της Palantir: Αμφισβήτηση του πολέμου, οικονομικά οφέλη από τη στρατιωτική μηχανήVIDEO | "Palantir is here to disrupt ... and, when it’s necessary, to scare our enemies and on occasion kill them." Palantir CEO Alex Karp admits to shareholders that Palantir is dedicated "to the service of the west and the United States of America" and aims to 'disrupt' and "on occasion" to kill the enemies of the west and the US.
— The Cradle (@TheCradleMedia) February 17, 2026
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση.
Ο Peter Thiel αμφισβητεί πλέον ανοιχτά τη σκοπιμότητα του πολέμου, ενώ η Palantir, την οποία συνίδρυσε, έχει αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον ψηφιακό μετασχηματισμό των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Τον Μάρτιο του 2026, ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας Steve Feinberg έδωσε εντολή για την καθιέρωση του συστήματος Maven Smart System ως βασικής επιχειρησιακής πλατφόρμας του Πενταγώνου.
Η συγκεκριμένη τεχνολογία αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για να επεξεργάζεται τεράστιους όγκους πληροφοριών από δορυφόρους, drones, ραντάρ, αισθητήρες και στρατιωτικές αναφορές.
Στόχος είναι η ταχύτερη αναγνώριση απειλών, η επιλογή στόχων και η υποστήριξη επιχειρησιακών αποφάσεων.
Το Maven δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογική εφαρμογή.
Αντιπροσωπεύει μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του σύγχρονου πολέμου, όπου τα δεδομένα και οι αλγόριθμοι αποκτούν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Για την Palantir, η στρατηγική αυτή μεταφράζεται σε μακροχρόνιες συμβάσεις και ισχυρότερη παρουσία στο Πεντάγωνο.
Για την αμερικανική κοινωνία, ωστόσο, εγείρει ένα δύσκολο ερώτημα: Πώς μπορεί η τεχνολογική βιομηχανία να αποτελεί οικονομικό ωφελούμενο της στρατιωτικής κλιμάκωσης, την ώρα που ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αναγνωρίζει ότι ο ίδιος ο πόλεμος ήταν λάθος;

Η τραγωδία στο Minab και η σκοτεινή πλευρά του πολέμου των αλγορίθμων
Η συζήτηση για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη όταν συνδέεται με τις ανθρώπινες συνέπειες των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, ένα καταστροφικό πλήγμα σε σχολείο θηλέων στην ιρανική πόλη Minab προκάλεσε τον θάνατο περισσότερων από 160 ανθρώπων, σύμφωνα με τις αρχικές αναφορές, πολλοί από τους οποίους ήταν παιδιά.
Οπτικά στοιχεία και μεταγενέστερες δημοσιογραφικές έρευνες ενίσχυσαν την εκτίμηση ότι το πλήγμα προήλθε από αμερικανικό όπλο.
Η τραγωδία προκάλεσε σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο συλλογής πληροφοριών, την ταυτοποίηση στρατιωτικών στόχων και τις διαδικασίες που προηγούνται μιας επίθεσης.
Η χρήση του Maven από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις κατέστησε αναπόφευκτη τη δημόσια συζήτηση για το κατά πόσο τα αυτοματοποιημένα συστήματα μπορούν να συμβάλουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις.
Αναδεικνύει το κρίσιμο ζήτημα της λογοδοσίας όταν η τεχνητή νοημοσύνη συμμετέχει στην αλυσίδα των αποφάσεων που μπορούν να οδηγήσουν στην απώλεια ανθρώπινων ζωών.
Ένας αλγόριθμος μπορεί να επιταχύνει την αναγνώριση ενός στόχου.
Δεν μπορεί, όμως, να απαλλάξει εκείνους που αποφασίζουν και εκτελούν ένα πλήγμα από την ευθύνη για τις συνέπειές του.

Ο Thiel φοβάται ότι η Αμερική χάνει την παγκόσμια κυριαρχία της
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο της παρέμβασης του Peter Thiel δεν είναι μόνο ότι θεωρεί λανθασμένη την απόφαση για πόλεμο.
Είναι η αμφιβολία που εκφράζει για την ικανότητα των ΗΠΑ να μετατρέψουν τη στρατιωτική τους υπεροχή σε πραγματική γεωπολιτική νίκη.
Η διάκριση ανάμεσα στη λεγόμενη hard power, δηλαδή τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ, και στη soft power, δηλαδή τη διπλωματική επιρροή και τη διεθνή νομιμοποίηση, βρίσκεται στον πυρήνα της ανησυχίας του.
Οι ΗΠΑ μπορούν να διαθέτουν αεροπλανοφόρα, προηγμένα μαχητικά και τα ισχυρότερα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης στον κόσμο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούν να επιβάλουν τους πολιτικούς τους στόχους.
Η καταστροφή ιρανικών εγκαταστάσεων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με στρατηγική ήττα της Τεχεράνης.
Αντίθετα, μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία, να αποδυναμώσει τη διεθνή εικόνα της Ουάσιγκτον και να ενισχύσει τις δυνάμεις που αμφισβητούν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Η σκιά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου
Στην ίδια ιδιωτική ομιλία, ο Thiel φέρεται να διατύπωσε μια ακόμη πιο ασυνήθιστη εκτίμηση: ότι η απειλή ενδεχόμενων διώξεων από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) θα μπορούσε να επηρεάζει τους πολιτικούς υπολογισμούς γύρω από τον πόλεμο.
Αναφέρθηκε μάλιστα στην οικογένεια Cheney, διατυπώνοντας τη δική του ερμηνεία για την αντιπαράθεσή της με τον Trump.
Πρόκειται για προσωπικούς ισχυρισμούς του Thiel, χωρίς στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υφίσταται συγκεκριμένη απειλή εντάλματος εναντίον της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η αναφορά του, πάντως, καταδεικνύει ότι ακόμη και πρόσωπα του στενού συντηρητικού περιβάλλοντος του Trump προβληματίζονται για τις διεθνείς νομικές συνέπειες του πολέμου.
Η πολιτική αντίφαση: Στηρίζει τον Trump, απορρίπτει τον πόλεμό του
Παρά την έντονη κριτική του, ο Thiel ξεκαθάρισε ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει τον Donald Trump και επιθυμεί να τον προστατεύσει πολιτικά.
Η στάση του δεν συνιστά ολοκληρωτική ρήξη με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Αποτελεί, όμως, σαφή διαφοροποίηση από μια κεντρική επιλογή της κυβέρνησής του.
Ο Thiel υπήρξε από τους πρώτους ισχυρούς παράγοντες της Silicon Valley που στήριξαν τον Trump το 2016, ενώ το 2022 χρηματοδότησε με περίπου 15 εκατομμύρια δολάρια την εκστρατεία του σημερινού αντιπροέδρου JD Vance για τη Γερουσία.
Παράλληλα, ο συνιδρυτής της Palantir Joe Lonsdale είχε εκφράσει παλαιότερα την προσδοκία επενδυτικών ευκαιριών στο Ιράν έπειτα από πιθανή αλλαγή καθεστώτος, ενώ ο επικεφαλής της εταιρείας Alex Karp έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ του Ισραήλ.
Αυτές οι τοποθετήσεις αποκαλύπτουν πόσο στενά συνδέονται οι επιχειρηματικές προσδοκίες, οι στρατιωτικές τεχνολογίες και οι γεωπολιτικές επιλογές.
Δεν αποδεικνύουν ότι οι επιχειρηματίες αυτοί καθόρισαν την απόφαση για πόλεμο.
Καθιστούν, όμως, αναγκαία τη διερεύνηση των οικονομικών συμφερόντων που διαμορφώνονται γύρω από τη σύγκρουση.

Ο μεγάλος κερδισμένος μπορεί να μην είναι η Αμερική, αλλά η πολεμική βιομηχανία
Η υπόθεση Thiel αναδεικνύει μια θεμελιώδη αντίφαση του σύγχρονου αμερικανικού συστήματος εξουσίας.
Από τη μία πλευρά, ο πόλεμος παρουσιάζεται ως μέσο προστασίας της εθνικής ασφάλειας και διατήρησης της διεθνούς ισχύος των ΗΠΑ.
Από την άλλη, η μακροχρόνια στρατιωτική αντιπαράθεση δημιουργεί μια τεράστια αγορά για προηγμένα οπλικά συστήματα, αλγορίθμους παρακολούθησης, επεξεργασία στρατιωτικών πληροφοριών και αυτοματοποιημένες τεχνολογίες.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν μια εταιρεία δικαιούται να συνεργάζεται με το Πεντάγωνο.
Είναι κατά πόσο η ολοένα στενότερη σύνδεση του κράτους με τους τεχνολογικούς προμηθευτές του δημιουργεί οικονομικά κίνητρα που δεν συμπίπτουν απαραίτητα με την επιδίωξη μιας διπλωματικής λύσης.
Ο Peter Thiel παραδέχεται ότι ο πόλεμος δεν έπρεπε να έχει ξεκινήσει.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία που συνίδρυσε αποτελεί έναν από τους βασικούς τεχνολογικούς πυλώνες της αμερικανικής πολεμικής μηχανής.
Αυτή είναι η πραγματική σημασία της αποκάλυψης.
Η τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ταχύτητα, ακρίβεια και καταστροφική ισχύ.
Δεν μπορεί, όμως, να εγγυηθεί πολιτική νίκη, ούτε να εξαλείψει τις ανθρώπινες συνέπειες των στρατιωτικών αποφάσεων.
Και όσο περισσότερο ο πόλεμος μετατρέπεται σε πεδίο εφαρμογής κερδοφόρων τεχνολογιών, τόσο επιτακτικότερο γίνεται το ερώτημα ποιος λογοδοτεί για τις αποφάσεις και ποιος επωφελείται οικονομικά από τη συνέχισή του.
Το συμπέρασμα είναι ανησυχητικό: η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι μπορεί να διαθέτει την πιο προηγμένη πολεμική τεχνολογία στον πλανήτη, αλλά να μην έχει τη στρατηγική που απαιτείται για να κερδίσει τον πόλεμο.
Και το γεγονός ότι αυτή η προειδοποίηση προέρχεται από τον ίδιο τον Peter Thiel προσδίδει στην υπόθεση ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών